Το μπουζούκι, ο Πύργος και ο νεκρός στην πίστα…

Οι εμπειρίες του δημιουργού, κορυφαίου σολίστ του μπουζουκιού και συνθέτη, Θανάση Πολυκανδριώτη που έπαιξε «ζωντανά» στην τελετή έναρξης των ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας, όπως τις αποκάλυψε ο ίδιος κατά την παρουσία του στην Ηλεία πριν μερικές ημέρες.Μίλησε σε εκδήλωση του Λυκείου Βαρθολομιού ενώ είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε κι εμείς μαζί του για διάφορα θέματα που αφορούν τη μουσική αλλά και τον ίδιο.Από τα όσα είπε ο μεγάλος δημιουργός σταχυολογήσαμε ορισμένα από τα πιο σημαντικά και τα παραθέτουμε…

Στον Πύργο η πρώτη εμπειρία…

«Η πρώτη μου επαφή με το μπουζούκι ήταν, θα έλεγα, επεισοδιακή. Εγώ ήμουν αφιερωμένος στην κιθάρα όταν το καλοκαίρι του 1963 ένας φίλος του πατέρα μου, Γιάννης Κατσιμήχας λεγόταν, έπρεπε να πάει στον Πύργο σ` ένα μαγαζί (κέντρο Κρεκουκιώτη)  για 16 εμφανίσεις. Μέχρι τότε μπουζούκι δεν είχα ξαναπιάσει στα χέρια μου. Το έβλεπα δίπλα μου καθημερινά και το άκουγα από τον πατέρα μου και τ` αδέλφιά μου. Ήμουν 15,5 χρ. και πήγαινα στη β` Γυμνασίου.

Ήρθε λοιπόν στο σπίτι μου ο Κατσιμήχας για να πει στον αδελφό μου το Γιάννη να τον πάρει μαζί του στον Πύργο. Όμως ο Γιάννης τότε δούλευε με την αείμνηστη Ρίτα Σακελλαρίου και ο πατέρας μου του είπε «να πάρει το Θανάση».

«Μα ο Θανάσης δεν παίζει μπουζούκι» του απάντησε ο Κατσιμίχας.

«Τον βλέπω εγώ πως πάνε τα χέρια του στην κιθάρα οπότε δεν θα έχει πρόβλημα να μάθει 30-40 τραγούδια» επέμεινε ο πατέρας μου.

Εγώ είπα στον πατέρα μου ότι αυτό είναι βουνό για μένα αλλά μου απάντησε ότι θα τα καταφέρω.

Ρώτησα, τότε τι λεφτά θα πάρω; Εκείνη την εποχή το χαρτζιλίκι για μας ήταν 5 δραχμές την εβδομάδα.

Ένα χιλιάρικο τη βραδιά μου είπε. Λέω τι είναι αυτό; Ο δημόσιος υπάλληλος έπαιρνε τότε 750 δρχ. το μήνα.

Δε θέλω να πάει το μυαλό σας ότι ήμουν φιλοχρήματος αλλά μου φάνηκε πολύ δελεαστικό.

Πράγματι έμαθα τα τραγούδια και σε λίγο καιρό οδεύω για τον Πύργο. Ένα μαγαζί κάθε βράδυ γεμάτο. Εμπειρίες;

Ήμουν 15,5 χρ. παντελόνι μακρύ δεν είχα βάλει. Η μάνα μου, μου πήρε το πρώτο κοστούμι. Την πρώτη ή δεύτερη βραδιά ήταν ένας κύριος μεγαλωμένος που διασκέδαζε. Είχαμε τότε μαζί μας ένα κλαρινίστα πολύ σπουδαίο, το Μίμη Τζάρα που ζει ακόμα.

Φωνάζει ο κύριος αυτός στην πίστα όπου βρισκόταν «γεια σου Τζάρα με το κλαρίνο σου» και πέφτει κάτω ξερός! Εγώ τα έχασα. Πέθανε! Ήταν η πρώτη μου εμπειρία.(Σ.Σ. Ο άνθρωπος που πέθανε ήταν από το Καταράχι και ήταν ξενιτεμένος για πολλά χρόνια στην Αμερική)…

 

Όμως το πιο σημαντικό ήταν ότι αυτή η επαφή μου με το μπουζούκι ήταν καταδικαστική για μένα και λέω καταδικαστική γιατί όπως όλοι έχουμε όνειρα για να κάνουμε κάτι στη ζωή μας, εγώ ήθελα να γίνω πολιτικός μηχανικός. Θα τελείωνα το γυμνάσιο και θα πήγαινα στο μικρό Πολυτεχνείο. Όλα αυτά γίνανε όνειρα θερινής νυκτός. Έπιασα το μπουζούκι στα χέρια μου και ξέχασα τα πάντα. Σκεφτείτε ότι το απολυτήριο πήγα και το πήρα μετά από 4-5 χρόνια.

Αυτή ήταν η καταδίκη μου. Καλή θα έλεγα γιατί έχω περάσει και άσχημες στιγμές αλλά και πάρα πολύ καλές, που όλες οι κακές έχουν φύγει.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε ήμουν στη συναυλία στα Μακρίσια καλεσμένος του Γιάννη Τζουανόπουλου και εκεί ήρθε η κόρη του ιδιοκτήτη του μαγαζιού που είχα δουλέψει το 1963. Με έπιασε δέος όταν θυμήθηκα…

 

“Πιστεύω στα νέα παιδιά…”

 

«Πιστεύω στα νέα παιδιά. Είναι το μέλλον της Ελλάδας και όχι αυτοί οι κύριοι που πλέον δεν μας κυβερνούν, αυτοί έχουν περάσει στην εφεδρεία, και τείνουν να εξαφανιστούν από το χάρτη γιατί πολλά κακά μας έχουν φορτώσει. Οι νέοι είναι το μέλλον της μουσικής και της Ελλάδας.

Ένας Γάλλος φιλόσοφος έλεγε ότι όλοι μέσα μας κρύβουμε ένα μικρό μουσικό. Αυτόν το μουσικό πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία να βγει και να πάει όπου φτάσει το ταλέντο του. Είμαστε υποχρεωμένοι».

 

Το πρώτο «σολφέζ»…

 

«Όπως έλεγα και στο μάθημα που έκανα στο Πανεπιστήμιο θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στην περιοχή Βρασυών Θεσσαλονίκης ανακαλύφθηκε μια μαρμάρινη πλάκα του 3ου αιώνα π.Χ. εγχάρακτη με γράμματα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου. Η προσπάθεια ανάγνωσης οδήγησε την αρχαιολόγο Πολυξένη Αδαμ- Βελένη στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για το πρώτο σολφέζ, για τις πρώτες νότες της ελληνικής μουσικής.

Αποκαλύφθηκε λοιπόν ότι είχε χαραγμένο το Fa, ένα δεύτερο Fa σε οκτάδα άρα 7 συν 7 νότες και η επόμενη νότα ήταν η Re. Είχαμε δηλ. δύο οκτάδες στις πρώτες νότες αυτής της αποκάλυψης. Μετά υπήρχε άλλη μία Re και μετά η Mi μιάμιση οκτάδα κάτω. Άρα σ? αυτή την επιγραφή είχαμε νότες σε 3,5 οκτάδες διαφορά.

Για να τραγουδηθεί αυτή η κλίμακα είναι φύσει  αδύνατον. Δεν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να την τραγουδήσει. Άρα μιλάμε για υπερφυσικές ικανότητες κάποιων ανθρώπων εκείνης της εποχής, που μπορούσαν να έχουν αυτή την έκταση.

Η πλάκα ήταν διαστάσεων 8Χ42 και πάχους 19,4 εκ. Αποκαλύφθηκε τυχαία. Αυτό λένε ότι είναι το πρώτο σολφέζ. Για μένα είναι ανεξήγητη αυτή η κλίμακα.

Εμείς πάντως διδάξαμε πρώτοι τη μουσική. Αργότερα μας αντέγραψαν οι Ανατολικοί λαοί έκαναν Ακαδημίες, συγγράμματα κι εμείς τίποτα».

 

Η καταγωγή του μπουζουκιού…

 

«Το μπουζούκι «κατάγεται» από την αρχαία πανδούρα. Η αρχ. πανδουρίς ήταν μονόχονδρη, δίχορδη και τρίχορδη και παιζόταν από γυναίκες. Είχε μία ή τρεις εντέρινες χορδές εξ ου και το τρίχορδο. Τα επόμενα χρόνια μετεξελίχθηκε σ? αυτό που λέμε ταμπουράς. Μπήκαν μετά τα τάστα και έγινε το μπουζούκι που αργότερα έγινε τετράχορδο.

Αυτό υπήρχε από το 1910 στην Αμερική και το βρήκε το 1950 ο Μανώλης Χιώτης το έφερε στην Ελλάδα και στο μέγιστο Ζοζέφ το μάστορα και έτσι έγινε το τετράχορδο».

ΠΑΤΡΙΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.