Η απαγόρευση της Χρυσής Αυγής και το Σύνταγμα

anakapxasynt4-thumb-large.jpg

Στο σχέδιο του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 όπως αυτό εισήχθη προς συζήτηση στην αρμόδια υποεπιτροπή, είχε μια περιβόητη διάταξη του άρθρου 12 παράγραφος 3 το οποίο όριζε: «… Κόμματα, των οποίων η δράσις τείνει εις ανατροπή του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος ή εκθέτει
εις κίνδυνο την εδαφική ακεραιότητα της Χώρας, τίθεται εκτός νόμου δι’ αποφάσεώς του κατά το άρθρο 100 του παρόντος Συντάγματος Δικαστηρίου…».

Το εν λόγω άρθρο δεν τέθηκε καν προς ψήφιση στο τέλος των εργασιών της υποεπιτροπής και φυσικά δεν εισήχθη ούτε προς συζήτηση, ούτε προς ψήφιση στην Ολομέλεια.

Ο εισηγητής της πλειοψηφίας Κοντογεωργόπουλος στην πρότασή του προς την επιτροπή για την κατάργηση του ανωτέρω άρθρου (Πρακτικά των Συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, σ. 505επ), υποστηρίζει το απλό, ότι η απαγόρευση ενός κόμματος αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας και είναι αναποτελεσματική, ενώ ο ασφαλέστερος δρόμος είναι ο ποινικός κώδικας με το οποίο θα τιμωρηθούν οι τυχόν παράνομες ενέργειες μελών κομμάτων που τον παραβιάζουν.

Η αντίθεση του Συντακτικού Νομοθέτη ήταν εξ αρχής γνωστή και ο σκοπός της αφαίρεσης της εν λόγω διάταξης από το Σύνταγμα ήταν η ξεκάθαρη και ρητή του πρόθεση να μην επιθυμεί την απαγόρευση ενός κόμματος.

Και αν η ιστορική ερμηνεία δεν σας φαίνεται επαρκής ας δούμε και το συγκριτικό επιχείρημα σε σχέση με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Στην παράγραφο 2 λοιπόν προβλέπεται η διαδικασία για τη διάλυση ενός σωματείου και ορίζεται : «…Το σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση του νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση…».

Στο εν λόγω άρθρο ο συντακτικός νομοθέτης πρόβλεψε τη διαδικασία για τη διάλυση ενός απλού σωματείου. Ένα επιχείρημα όμως «εκ του ελάσσονος το μείζον» σε συνδυασμό με τη σιγή του νομοθέτη σε σχέση με την απαγόρευση ενός κόμματος, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αφού ο συντακτικός νομοθέτης ρητά προέβλεψε διαδικασία για την απαγόρευση του ελάσσονος σημασίας σωματείου, συνειδητά δεν προέβλεψε διαδικασία απαγόρευσης του μείζονος σημασίας κόμματος.

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι η δράση των κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια σε σχέση με την απαγόρευση ενός κόμματος διότι όπως προείπαμε δεν προβλέπει καμία επίπτωση τόσο σοβαρή όπως η απαγόρευση. Ενώ ο εισηγητής της πλειοψηφίας Κοντογιαννόπουλος (ό.π) ρητά δήλωσε ενώπιον της υποεπιτροπής ότι «…πρόκειται για μία διάταξη χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο εφόσον δεν περιέχει καμία κύρωση σε περίπτωση παραβιάσεώς της…».

Η επικαλουμένη από πολλούς, υπάρχουσα, δήθεν νομολογία του Αρείου Πάγου, που υφίσταται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων για την ανακήρυξη των κομμάτων πριν τις εκλογές σχετικά με την απαγόρευση κομμάτων με ιδεολογικό περιεχόμενο σαν της Χρυσής Αυγής, είναι μια μεγαλειώδη μπαρούφα, διότι η πράξη ανακήρυξης των κομμάτων δεν είναι δικαστική απόφαση, λήφθηκε χωρίς να δοθεί πότε το δικαίωμα στους αποκλεισθέντες να επιχειρηματολογήσουν και από πουθενά δεν προκύπτει ότι το Α” Τμήμα του Αρείου Πάγου θα επιτρέπει ή θα απαγορεύει σε ένα κόμμα να συμμετάσχει στις εκλογές.

Η αριστοτελική πολιτική ελευθερία και ισότητα που εφαρμόζεται στο πεδίο του πολιτικού αγώνα δεν επιτρέπει την απαγόρευση ενός κόμματος, ενώ το παράδειγμα της Βαϊμάρης είναι ξεκάθαρο, όταν τα αστικά κόμματα συζητούσαν πώς και με ποιον τρόπο θα απαγορεύσουν τη δράση του Ναζιστικού Κόμματος ως ιδεολογικού μηχανισμού, δεν έκαναν τίποτα σχετικά με τη σύλληψη και φυλάκιση των μελών του που σκότωναν τον κόσμο στον δρόμο.
του Τάκη Καπώνη, protagon.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.